Ακατάλληλο

Ακατάλληλο

Η Μόνικα Βίτι στην ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι "Η περιπέτεια"

Η Μόνικα Βίτι στην ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι « Η περιπέτεια »

Στον Λάκη Παπαδημητρίου

Διήγημα του Γιώργου Αλεξανδρινού
από τη συλλογή Νυχτώνει στα Γρεβενά

Βιαζόμουνα να μεγαλώσω.
Τόχω μετανιώσει.
Από καιρό.
Τώρα πια δεν μπορώ να κάνω πίσω.

*

Μέσα σ’εκείνη τη βιασύνη ήταν και η επυθυμία μου να δω ακατάλληλο έργο. Κινηματογραφικό. Τότε τις ταινίες τις λέγαμε και έργα. Τώρα οι νέοι τα λένε φίλμ ή DVD. Σήμερα δεν βλέπουν ταινίες ούτε έργα. Σήμερα βλέπουν φιλμ ή DVD. Συνήθως μόνοι τους. Δεν ξέρουν από συλλογικές ανάσες, από συλλογικούς αναστεναγμούς, από συλλογικές συγκινήσεις κι ούτε θέλουν καν ν’ακούσουν. Ίσως να είναι καλύτερα, προετοιμάζονται από νωρίς για τη μελλοντική μοναξιά τους. Όχι σαν εμάς που τη γνωρίσαμε αργότερα κι απότομα και δεν μπορέσαμε να τη συνηθίσουμε και μας κακοφάνηκε και μιλούσαμε, και μιλάμε ακόμα, για προδοσίες, για χαμένα όνειρα, χαμένες αγάπες, χαμένες πατρίδες, χαμένες ελπίδες, χαμένες παρτίδες, χαμένες γενιές, χαμένα κορμιά.

*

Δεν ήξερα με ακρίβεια ποιο ήταν το όριο ηλικίας που μου επέτρεπε να δω ακατάλληλα. Ούτε και οι συνομήλικοι μου το ήξεραν. Εκείνο που ξέραμε ήταν πως έπρεπε να πάμε από τη δευτέρα τάξη του Γυμνασίου στην τρίτη. Και πως αυτή η ενηλικίωση, για τα ακατάλληλα έργα, συντελούνταν στο τέλος εκείνης της σχολικής χρονιάς.

*

Επειδή η Φύση με έχει βοηθήσει και με έπλασε ψηλό, αποφάσισα να τολμήσω να πάω να δω ακατάλληλο στο τέλος της σχολικής χρονιάς της πρώτης τάξης του Γυμνασίου.
Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το ακατάλληλο έργο. Ήταν στον πάνω σινεμά, ο οποίος ήταν χειμερινός και άρχιζε τις προβολές νωρίς, δεν περίμενε να νυχτώσει.
Έτσι λοιπόν, ένα ηλιόλουστο καλοκαιρινό μεσημέρι στήθηκα, παρέα με την αγωνία μου, μπροστά στον κινηματογράφο και περίμενα ν’ανοίξει. Έκανε ζέστη κι ήταν νωρίς.
Σε λίγο ήρθε κοντά μου κάποιος που γνώριζα και που ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερός μου.
Με χαιρέτησε. Απάντησα με δυσφορία. Ήξερε την ηλικία μου. Ήξερε πως δεν μπορούσα να δω ακατάλληλο και το δήλωσε αμέσως με μιαν ερώτησή του:
— Θες να δεις το έργο; με ρώτησε.
Η ερώτησή του δεν ήταν καθόλου αθώα, γεμάτη υπονοούμενο και κάποια ειρωνεία. Εκείνη την υποσεινήδητη, αυτονόητη και συνάμα δικαιολογημένη ειρωνεία του μεγαλύτερου, του ισχυρότερου.
— Ναι, του απάντησα.
— Μα είναι ακατάλληλο, το ξέρεις;
— Το ξέρω.
— Δεν θα σ’αφήσει να μπεις.
Δεν μίλησα. Ένιωθα πως έκανε ζέστη. Εκείνος σα να μετάνοιωσε. Άρχισε να μου μιλά.
— Θα σε ρωτήσει τι τάξη πας, μου είπε.
— Θα του πω ότι πάω για τρίτη.
— Ναι, αλλά μετά θα σε ρωτήσει τι κάνατε στ’Αρχαία.
Εδώ βουβάθηκα. Τρόμαξα.
— Να του πεις πως κάνατε Ξενοφώντα. Κύρου Ανάβασις, είπε εκείνος ελεήμων.
Ήταν καλός μαθητής, το ήξερα. Κι ένιωθα πως μου έλεγε την αλήθεια.
Κι άρχισε κατόπιν να μου αναφέρει όλο το πρόγραμμα της δευτέρας Γυμνασίου, της τάξης στην οποία θα πήγαινα το φθινόπωρο.
Έτσι περάσαμε όλη την υπόλοιπη ώρα της αναμονής συζητώντας για μαθήματα και για καθηγητές. Εκείνος δεν μου έδινε μόνον τις πληροφορίες, αλλά επέμενε και σε κάποιες λεπτομέρειες τις οποίες πίστευε πως έπρεπε να προσέξω για να είμαι πιο πειστικός. Όσο περνούσε η ώρα τόσο βεβαιωνόμασταν κι οι δυο μας πως θα κατάφερνα να περάσω τη δύσκολη δοκιμασία καθώς και το κατώφλι του σινεμά. Ένιωθα πως σε λίγο θα έδινα προφορικές εξετάσεις.
Ήρθε ο σινεμαντζής, άνοιξε το σινεμά, έκανε κάποιες κινήσεις προετοιμασίας τις οποίες προφανώς έκανε κάθε μέρα, τρυπώσαμε κι εμείς στην είσοδο και κοιτάζαμε τις φωτογραφίες από τις προσεχώς ταινίες. Ο σινεμαντζής αφού τέλειωσε τις απαραίτητες καθιερωμένες σχεδόν τελετουργικές δουλειές του πήγε κι εγκαταστάθηκε στο ταμείο και μας περίμενε.
Άν κι εγώ ήμουν πρώτος άφησα τον άλλον να περάσει, από σεβασμό. Ήταν μεγαλύτερος. Κι από ευγνωμοσύνη. Μου είχε δώσει πολλές χρήσιμες πληροφορίες. Κι επιπλέον δεν ήθελα να είναι παρών και να ακούσει την πιθανή στιχομυθία μου με τον σινεμαντζή. Μόνος, χωρίς άλλο ακροατήριο θα αισθανόμουν πιο άνετα. Κι έτσι με άνεση πλησίασα στο ταμείο έτοιμος να απαντήσω σ’ όλα τα πιθανά ερωτήματα.
Ο σινεμαντζής δεν ρώτησε τίποτε. Έκοψε ένα εισιτήριο από το στέλεχος το έσχισε στα δυο για τον έλεγχο, επειδή ήταν προς το παρόν μόνος του, μου το έδωσε, πήρε τα χρήματα. Τότε εγώ πίστεψα πως το παιχνίδι είχε κερδηθεί. Κατέβηκα κάποια σκαλιά κατευθυνόμενος προς την αίθουσα. Από εκείνη την πλευρά βρισκόταν η πόρτα του ταμείου. Και ήταν ανοιχτή. Το ταμείο ήταν υπεριψωμένο. Ο σινεμαντζής με κοίταξε από ψηλά. Κι ίσως τότε να κατάλαβε πως ήμουνα μικρός.
— Έλα ‘δω, μου είπε άγρια.
Μου άρπαξε το κομμάτι του εισιτήριου από το χέρι μου και μου επέστρεψε τα χρήματα. Δεν ρώτησε τίποτε ούτε για Αρχαία Ελληνικά, ούτε για άλλο μάθημα.
— Πάρε δρόμο, μου είπε. Το έργο είναι ακατάλληλο.
Είπε και κάποιες άλλες λέξεις που ούτε καν τις άκουσα.

*

Πριν βγω, γύρισα και κοίταξα τον άλλον μέσα στην αίθουσα, ο οποίος δεν είχε ακόμη καθήσει κι έδειχνε ότι περίμενε την έκβαση της εισόδου μου. Διέκρινα στην έκφρασή του πως θεωρούσε την αποτυχία και κομμάτι δική του.

*

Μετά, όταν βλεπόμασταν αλλάζαμε συνένοχα, συνωμοτικά βλέμματα.
Κι όλα αυτά στα Γρεβενά.

*

Πέρασαν χρόνια και δεν τον ξαναείδα. Πάντα όταν θυμάμαι αυτό το περιστατικό αναρωτιέμαι αν κι εκείνου η μνήμη το έχει φυλάξει.

Ο Τζων Γουαίν, ο Τζέημς Στιούαρτ και ο Λη Μάρβιν στην ταινία "Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Λίμπερτυ Βάλανς" [1962], του Τζων Φορντ

Ο Τζων Γουαίν, ο Τζέημς Στιούαρτ και ο Λη Μάρβιν στην ταινία « Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Λίμπερτυ Βάλανς » [1962], του Τζων Φορντ

Όταν μεγάλωσα προσπαθούσα να θημηθώ τις ακατάλληλες ταινίες που δεν είχα δει μικρός. Χρόνια πολλά αργότερα, κατάφερα και είδα δύο από εκείνες που θυμήθηκα. Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Λίμπερτυ Βάλανς του Τζων Φορντ, με τον Τζέημς Στιούαρτ, τον Τζων Γουαίην και τον Λη Μάρβιν και Το τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές του Φρεντ Τσίνεμαν με τους Γκάρυ Κούπερ και Γκρέης Κέλλυ, και σκέφτηκα πως πότε-πότε είναι καλό να είσαι μεγάλος… θέλω να πω ενήλικας.

Ο Γκάρυ Κούπερ και η Γκρέης Κέλλυ στην ταινία "Το τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές" [1952], του Φρεντ Τσίνερμαν

Ο Γκάρυ Κούπερ και η Γκρέης Κέλλυ στην ταινία « Το τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές » [1952], του Φρεντ Τσίνερμαν

Ce contenu a été publié dans Λογοτεχνία, avec comme mot(s)-clé(s) , . Vous pouvez le mettre en favoris avec ce permalien.

Une réponse à Ακατάλληλο

  1. Trichon dit :

    Πράγματι ποτέ δεν ήξερα σε ποια ακριβώς ηλικία επιτρεπόντουσαν τα ακατάλληλα. Ο πατέρας μου μ’άφηνε να πιστεύω πως έπρεπε να είμαι τουλάχιστον δεκαοκτώ και το κύρος του στα μάτια μου ήταν τόσο που δεν το αμφισβήτησα. ΄Ισως γι αυτό ακόμη και τώρα δεν μ’αρέσουν τα ακατάλληλα…

Les commentaires sont fermés.